πόστο

ουσιαστικό

1. Συγκεκριμένη θέση, σημείο ή καθήκον όπου κάποιος τοποθετείται ή υπηρετεί.

2. Σταθερό μέρος εργασίας, φύλαξης ή παρακολούθησης σε έναν χώρο.

3. Θέση που έχει κάποιος σε μια οργάνωση, υπηρεσία ή δραστηριότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης πήρε πόστο στην υποδοχή του ξενοδοχείου.
  • Τον έστειλαν στο πιο απομακρυσμένο πόστο της μονάδας.
  • Η Μαρία κρατάει το ίδιο πόστο εδώ και τρία χρόνια.
  • Μετά την προαγωγή του, ανέλαβε πιο υπεύθυνο πόστο.
  • Στο φυλάκιο υπηρετούν δύο στρατιώτες στο ίδιο πόστο.