προσωπικό
άλλο1. Που ανήκει ή αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο άτομο και αφορά την ιδιωτική του ζωή, τα αντικείμενα ή τα δεδομένα που σχετίζονται με αυτό.
2. Σύνολο ατόμων που εργάζονται σε έναν οργανισμό, επιχείρηση ή υπηρεσία.
Συνώνυμα
ατομικό προσωπικός υπάλληλοι εργαζόμενοι επιτελείο ιδιωτικό ιδιωτικός εξατομικευμένο υποκειμενικό πλήρωμα στελέχη υπηρέτες εξατομικευμένος συναισθηματικό υπηρέται ομάδα συντελεστές λειτουργοί ιδιώτης απόρρητο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το προσωπικό του νοσοκομείου εργάζεται αδιάκοπα.
- Αυτό το ζήτημα είναι προσωπικό και δεν το συζητώ δημόσια.
- Πήρε ένα προσωπικό δάνειο για να αγοράσει αυτοκίνητο.
- Το προσωπικό μου αρχείο είναι κρυπτογραφημένο.
- Το προσωπικό ασφαλείας ελέγχει τις ταυτότητες στην είσοδο.