προσβασιμότητα
ουσιαστικόΗ δυνατότητα ή κατάσταση κατά την οποία χώροι, υπηρεσίες, πληροφορίες, τεχνολογίες και προϊόντα μπορούν να προσεγγιστούν, χρησιμοποιηθούν και κατανοηθούν από όσο το δυνατόν περισσότερα άτομα, ανεξαρτήτως φυσικών, αισθητηριακών ή γνωστικών περιορισμών, με στόχο την αφαίρεση εμποδίων και την ισότιμη συμμετοχή.
Συνώνυμα
προσιτότητα προσπέλαση πρόσβαση ανοικτότητα διαθεσιμότητα διάβαση είσοδος ανοιχτότητα ευκολία συνδεσιμότητα
Αντώνυμα
απροσβασιμότητα απροσπέλαση αποκλειστικότητα αποκλεισμός απροσβαστότητα αδιαθεσιμότητα εμπόδιο σπανιότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προσβασιμότητα στο κτίριο εξασφαλίζεται με ράμπες και ανελκυστήρες.
- Ο ιστότοπος πρέπει να βελτιώσει την προσβασιμότητα για άτομα με προβλήματα όρασης.
- Η προσβασιμότητα στην εκπαίδευση είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα.
- Οι νέες αστικές μεταρρυθμίσεις στοχεύουν στην αύξηση της προσβασιμότητας των μέσων μαζικής μεταφοράς.
- Η προσβασιμότητα των δεδομένων επιτρέπει καλύτερη λήψη αποφάσεων από τους φορείς.