προορισμένος
επίθετο1. Που έχει οριστεί ή καθοριστεί εκ των προτέρων να φτάσει σε συγκεκριμένο τόπο, κατάσταση ή αποτέλεσμα.
2. Που προορίζεται για κάποιον, κάτι ή για συγκεκριμένη χρήση, με σκοπό ή πρόθεση.
Συνώνυμα
προοριζόμενος πεπρωμένος ορισμένος προδιαγεγραμμένος προβλεπόμενος καθορισμένος μοιραίος προκαθορισμένος προγραμματισμένος σχεδιασμένος αφιερωμένος επισημασμένος προδιαμορφωμένος αναπόφευκτος καταδικασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν προορισμένος να ηγηθεί της ομάδας από νεαρή ηλικία.
- Ο χώρος είναι προορισμένος για προσωρινή αποθήκευση υλικών.
- Ο συρμός είναι προορισμένος για τη Θεσσαλονίκη και αναχωρεί σε δύο ώρες.
- Ο προϋπολογισμός είναι προορισμένος για έργα υποδομής.
- Ο νέος φαίνεται προορισμένος για μεγάλες επιτυχίες.