προκυμαία
ουσιαστικό1. Κατασκευασμένος ή διαμορφωμένος χώρος κατά μήκος της ακτής ή εντός λιμανιού, όπου προσδένονται πλοία και διενεργούνται εργασίες φόρτωσης, εκφόρτωσης και επιβίβασης/αποβίβασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προκυμαία ήταν γεμάτη καΐκια και ψαράδες.
- Περπατήσαμε ως αργά στην προκυμαία για να δούμε το ηλιοβασίλεμα.
- Οι ντόπιοι συγκεντρώνονται στην προκυμαία για να πιουν καφέ και να κουβεντιάσουν.
- Η παλιά προκυμαία έχει μετατραπεί σε χώρο πολιτιστικών εκδηλώσεων.
- Κατά τη διάρκεια της θύελλας, οι προκυμαίες πλημμύρισαν και έκλεισαν προσωρινά.