προκρίνω
ρήμα1. Επιλέγω κάτι ή κάποιον μεταξύ πολλών, θεωρώντας το καταλληλότερο ή πιο πρόσφορο για έναν σκοπό.
2. Παρέχω σε κάποιον ή σε κάτι πρόκριση για να συμμετάσχει σε επόμενο στάδιο αγώνα, διαγωνισμού ή διαδικασίας επιλογής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως προκρίνω το ελαιόλαδο αντί για βούτυρο.
- Στη συζήτηση προκρίνω να αρχίσουμε από το πιο δύσκολο θέμα.
- Η επιτροπή προκρίνει την υποψηφιότητα της Μαρίας για τη θέση.
- Με τη νίκη, ο αθλητής προκρίνεται στον τελικό.
- Σε περιόδους κρίσης, προκρίνουμε τις βασικές ανάγκες έναντι των πολυτελειών.