προκατειλημμένος
επίθετοΠου έχει διαμορφώσει απόψεις ή στάσεις βασισμένες σε προϋπάρχουσες πεποιθήσεις, στερεότυπα ή μεροληψία, και δεν αξιολογεί αντικειμενικά πρόσωπα, ομάδες ή ιδέες.
Συνώνυμα
μεροληπτικός προκαταληπτικός μερικός προκατεστημένος μονομερής εμπαθής μισαλλόδοξος κλειστόμυαλος φανατικός στενόμυαλος κολλημένος ρατσιστικός στερεοτυπικός υποκειμενικός αρνητικός στραβός
Αντώνυμα
αμεροληπτος απροκαταληπτος αντικειμενικος ουδετερος δικαιος δίκαιος αμερόληπτος αντικειμενικός ουδέτερος ανοιχτομυαλος αδεκαστος ανεπηρεαστος αδιαβλητος αδιαφορος ανοιχτος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής ήταν προκατειλημμένος απέναντι στους νέους.
- Η κριτής ήταν προκατειλημμένη απέναντι στην υποψήφια.
- Δεν ήθελε να ακούσει άλλη γνώμη επειδή ήταν ήδη προκατειλημμένος.
- Η έρευνα θεωρήθηκε προκατειλημμένη λόγω της επιλογής των δειγμάτων.
- Τα μέσα έδωσαν μια προκατειλημμένη εικόνα των γεγονότων.