προδήλως

επίρρημα

Με τρόπο που, βάσει στοιχείων, ενδείξεων ή συμπεριφοράς, καθιστά κάτι σαφές και αναγνωρίσιμο χωρίς να αφήνει περιθώριο αμφιβολίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απουσία του από τη συνεδρία ήταν προδήλως ένδειξη δυσαρέσκειας.
  • Από τα στοιχεία προκύπτει προδήλως ότι η μέθοδος απέδωσε.
  • Δεν μπορούσε να κρύψει, προδήλως, την αγωνία του.
  • Η διαφορά στις επιδόσεις είναι προδήλως ορατή.
  • Παρά τις υποψίες, το λάθος ήταν προδήλως ακούσιο.