προβάλλομαι

ρήμα

1. Εμφανίζομαι ή γίνομαι ορατός ή ακουστός μέσω συσκευής ή μέσου, όταν προβάλλεται εικόνα, βίντεο ή ήχος.

2. Παρουσιάζομαι ή τίθεται προς το κοινό με σκοπό την ανάδειξη ή προβολή κάποιου προσώπου, έργου, ιδέας ή θέσης.

Συνώνυμα

παρουσιάζομαι αναδεικνύομαι εμφανίζομαι προωθούμαι διαφημίζομαι μεταδίδομαι εκτίθεμαι παίζομαι προεξέχω ξεχωρίζομαι επισημαίνομαι εκλαμβάνομαι αναφέρομαι διατυπώνομαι φανερώνομαι φαίνομαι βγαίνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη συνέντευξη για την εργασία, προβάλλομαι ως υπεύθυνος και συνεπής.
  • Μέσω της εκπομπής, προβάλλομαι στο ευρύτερο τηλεοπτικό κοινό.
  • Στο γυαλί της βιτρίνας, προβάλλομαι ανάμεσα στα εκθέματα.
  • Με τις διαφημίσεις της εταιρείας, προβάλλομαι ως ειδικός στον τομέα μου.
  • Κατά τη διάρκεια της παρουσίασης, προβάλλομαι με σαφή επιχειρήματα και παραδείγματα.