πλωτάρχης

ουσιαστικό

Αξιωματικός του πολεμικού ή εμπορικού ναυτικού που έχει βαθμό ανώτερο από τον υποπλοίαρχο και κατώτερο από τον πλοίαρχο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πλωτάρχης ανέλαβε τη διοίκηση του πλοίου μετά την αποβίβαση του κυβερνήτη.
  • Η πλωτάρχης μίλησε στους νεοσύλλεκτους για τα καθήκοντά τους στο ναυτικό.
  • Ο αδελφός μου προάχθηκε σε πλωτάρχη πέρσι.
  • Στο λιμάνι συνάντησα έναν πλωτάρχη που επέβλεπε τις ασκήσεις.
  • Οι πλωτάρχες συμμετείχαν στη σύσκεψη για τον συντονισμό της αποστολής.