πλημμυρίζω
ρήμα1. Γεμίζει ή κατακλύζεται ένας χώρος από νερό ή άλλο υγρό, συνήθως λόγω υπερχείλισης, έντονης βροχόπτωσης ή εισροής.
2. Καλύπτω ή κατακλύζω κάτι με νερό ή υγρό, καθιστώντας το ακατάλληλο για χρήση ή προσβάσιμο μόνο με δυσκολία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ξέχασα τη βρύση ανοιχτή και πλημμυρίζω το μπάνιο.
- Κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι, πλημμυρίζω από συγκίνηση.
- Μόλις είδα το γράμμα, πλημμυρίζω τα μάτια μου με δάκρυα.
- Μετά την ανακοίνωση, πλημμυρίζω από μηνύματα και ευχές.
- Όταν επισκέπτομαι τον παλιό μου τόπο, πλημμυρίζω από αναμνήσεις.