περιφρουρώ

ρήμα

Φροντίζω να προστατεύω και να επιτηρώ κάτι ή κάποιον, ώστε να παραμένει ασφαλές και να μην πλησιάζουν ή παρεμβαίνουν άλλοι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι διαδηλωτές έστησαν βάρδιες για να περιφρουρώ τη συγκέντρωση.
  • Το σωματείο κάλεσε τα μέλη του να περιφρουρώ την απεργία από προβοκάτσιες.
  • Η αστυνομία προσπάθησε να περιφρουρώ την πορεία και να αποτρέψει επεισόδια.
  • Ο δήμος έλαβε μέτρα για να περιφρουρώ το ιστορικό μνημείο από βανδαλισμούς.
  • Οι γονείς πρέπει να περιφρουρώ την ψυχική ηρεμία των παιδιών τους.
  • Η επιτροπή οφείλει να περιφρουρώ τα δικαιώματα των εργαζομένων.