περιφερειακός
επίθετο1. Που ανήκει ή σχετίζεται με γεωγραφική ή διοικητική περιφέρεια.
2. Που βρίσκεται στο εξωτερικό τμήμα ή μακριά από το κέντρο ενός χώρου, οργανισμού ή αντικειμένου.
Συνώνυμα
περιοχικός τοπικός επαρχιακός περιθωριακός παραμεθόριος εξωτερικός χωρικός περιαστικός απομακρυσμένος οριακός συνοριακός δευτερεύων επαρχιώτικος κοινοτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο περιφερειακός δρόμος της πόλης έκλεισε για έργα.
- Η περιφερειακή διοίκηση ανακοίνωσε νέα μέτρα για τη στήριξη των αγροτών.
- Σύνδεσε το περιφερειακό στη θύρα USB, ώστε να αναγνωριστεί από τον υπολογιστή.
- Το ζήτημα θεωρείται περιφερειακό και δεν θα συζητηθεί στο επόμενο συμβούλιο.
- Οι περιφερειακοί σύμβουλοι συνεδριάζουν σήμερα για τον προϋπολογισμό.