περιοριστικός
επίθετο1. Που θέτει όρια ή περιορισμούς στην ελευθερία, την κίνηση, τη χρήση ή την εφαρμογή κάποιου πράγματος.
2. Που μειώνει την έκταση, το μέγεθος, την ποσότητα ή τις δυνατότητες ενός αντικειμένου, μιας κατάστασης ή μιας διαδικασίας.
Συνώνυμα
δεσμευτικός αυστηρός καταπιεστικός παρεμποδιστικός αποκλειστικός περιορισμένος μονοδιάστατος στενός σφιχτός αποτρεπτικός πιεστικός ελεγκτικός εγκλωβιστικός
Αντώνυμα
ελεύθερος απελευθερωτικός απεριόριστος χαλαρός ελαστικός ανεκτικός ανοιχτός φιλελεύθερος ελευθεριακός απόλυτος χαλαρωτικός καθολικός
Παραδείγματα χρήσης
- Το νέο ωράριο είναι πολύ περιοριστικό για τους εργαζόμενους.
- Ο κανονισμός αποδείχθηκε περιοριστικός για την ανάπτυξη της επιχείρησης.
- Ένα περιοριστικό περιβάλλον μπορεί να επηρεάσει την ελευθερία του ατόμου.
- Οι περιοριστικοί όροι της σύμβασης δεν του επέτρεψαν να υποχωρήσει.
- Η απόφαση του δικαστηρίου έθεσε περιοριστικούς όρους στην κυκλοφορία των οχημάτων.