περιθωριοποιούμαι

ρήμα

Υφίσταμαι παραγκωνισμό ή αποκλεισμό από μια ομάδα, μια διαδικασία ή το κοινωνικό σύνολο, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η συμμετοχή και η παρουσία μου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην καινούρια εταιρεία φοβόμουν μήπως περιθωριοποιούμαι επειδή δεν είχα εμπειρία.
  • Όταν δεν συμμετέχω στις συζητήσεις της ομάδας, περιθωριοποιούμαι σταδιακά.
  • Αν δεν διεκδικώ χώρο και λόγο, περιθωριοποιούμαι εύκολα μέσα στο σύνολο.
  • Σε ένα τόσο ανταγωνιστικό περιβάλλον, μπορεί κανείς να περιθωριοποιούμαι χωρίς να το καταλάβει.
  • Μετά την αλλαγή διοίκησης, αισθάνομαι ότι περιθωριοποιούμαι από τις αποφάσεις.