περιθάλπω
ρήμα1. Παρέχω ιατρική ή θεραπευτική φροντίδα σε τραυματίες ή ασθενείς με σκοπό την αποκατάσταση ή βελτίωση της υγείας τους.
2. Προσφέρω προστασία, στέγη και βασική φροντίδα σε άτομα ή ζώα που βρίσκονται σε ανάγκη.
Συνώνυμα
φροντίζω νοσηλεύω θεραπεύω περιποιούμαι μεριμνώ βοηθώ συμπαραστέκομαι στηρίζω προσέχω ανακουφίζω βοηθάω τρέφω σιτίζω φιλοξενώ εξυπηρετώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε βράδυ περιθάλπω τους ασθενείς στη μονάδα εντατικής θεραπείας.
- Στον πόλεμο περιθάλπω τραυματίες και πρόσφυγες με ό,τι μέσα έχω.
- Στο καταφύγιο περιθάλπω τραυματισμένα ζώα κάθε σεζόν.
- Ως νοσηλεύτρια, περιθάλπω με ευθύνη και σεβασμό.
- Όταν οι φίλοι μου περνούν δύσκολα, περιθάλπω τις ψυχές τους με λόγια και πράξεις.