πατριάρχης
ουσιαστικό1. Τίτλος ανώτατης θρησκευτικής και διοικητικής αρχής σε ορισμένες χριστιανικές εκκλησίες, αποδιδόμενος σε κληρικό με εκτεταμένες αρμοδιότητες στη διοίκηση, τη λατρεία και την εκπροσώπηση της εκκλησιαστικής κοινότητας.
Συνώνυμα
προπάτορας πατέρας ιδρυτής θεμελιωτής ηγέτης αρχηγός πρεσβύτερος δεσπότης πρόγονος πάπας πρωτεργάτης πρωτοστάτης γέροντας μπαμπάς πρωτομάστορας επικεφαλής διοικητής άρχοντας πατερούλης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατριάρχης της Εκκλησίας απηύθυνε λόγο στην εορτή.
- Ο παππούς, ως πατριάρχης της οικογένειας, συγκεντρώνει κάθε Κυριακή όλα τα μέλη.
- Ο Αβραάμ θεωρείται πατριάρχης των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών.
- Ο Καβάφης θεωρείται πατριάρχης της νεότερης ελληνικής ποίησης.
- Σε παραδοσιακές κοινότητες ο αρχηγός αναγνωρίζεται συχνά ως πατριάρχης και παίρνει αποφάσεις για το σύνολο.