παραδόξως

επίρρημα

1. Με τρόπο που φαίνεται παράδοξος ή αντίθετος στην κοινή λογική ή στις προσδοκίες.

2. Με τρόπο που προκαλεί ή υποδηλώνει έκπληξη επειδή διαφέρει από το αναμενόμενο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εκδήλωση, παραδόξως, έγινε χωρίς απρόοπτα παρά τον μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων.
  • Ο καιρός, παραδόξως, έμεινε ηλιόλουστος όλη την εβδομάδα.
  • Παραδόξως, ο νέος νόμος προκάλεσε περισσότερη σύγχυση παρά λύσεις.
  • Αν και είχε προετοιμαστεί λίγο, παραδόξως τα πήγε καλύτερα από τους υπόλοιπους.
  • Το πόνημα, παραδόξως, έγινε δεκτό από την επιτροπή παρά τις αρχικές αρνητικές κριτικές.
  • Ο ηλικιωμένος, παραδόξως, τρέχει κάθε πρωί ακόμα και μετά το χειρουργείο.