παραγωγικός

επίθετο

1. Που παράγει μεγάλο όγκο προϊόντων, έργου ή αποτελεσμάτων σε σχέση με τους διαθέσιμους πόρους.

2. Που ευνοεί ή παράγει πολλές ιδέες, έργα ή δημιουργικά αποτελέσματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η Μαρία ήταν ιδιαίτερα παραγωγική στη σημερινή συνεδρία.
  • Το πρωί είναι για μένα παραγωγικό διάστημα για δουλειά.
  • Το χωράφι απέδωσε καλά και ήταν πολύ παραγωγικό αυτή τη σεζόν.
  • Είχαμε μια παραγωγική συζήτηση που οδήγησε σε σαφείς αποφάσεις.
  • Η τοπική βιομηχανία αποδείχτηκε παραγωγική και δημιούργησε νέες θέσεις εργασίας.