παραβατικός

επίθετο

Που παραβαίνει κανόνες, νόμους ή αποδεκτές κοινωνικές υποχρεώσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μαθητής χαρακτηρίστηκε παραβατικός λόγω των επανειλημμένων παραβιάσεων του κανονισμού.
  • Η κοινωνική υπηρεσία πρότεινε στήριξη για τον παραβατικό έφηβο.
  • Η ομάδα σχεδίασε προγράμματα για παραβατικούς ανηλίκους.
  • Η συμπεριφορά του ήταν έντονα παραβατική και προκάλεσε προβλήματα στην τάξη.
  • Οι αρχές παρακολουθούν πιο στενά την παραβατική δράση στην περιοχή.