παράπλευρα

επίθετο

1. Που βρίσκεται ή αναφέρεται στο πλάι ή στην περιφέρεια ενός κύριου αντικειμένου ή χώρου.

2. Που αποτελεί δευτερεύουσα, παρεπόμενη ή πρόσθετη διάσταση, επίπτωση ή σχέση σε σχέση με κάτι κύριο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπήρξαν και παράπλευρα οφέλη από το πρόγραμμα.
  • Το μαγαζί βρίσκεται παράπλευρα της εθνικής οδού.
  • Οι αλλαγές προκάλεσαν παράπλευρα προβλήματα στην τοπική αγορά.
  • Σχεδόν όλα τα παράπλευρα έξοδα καλύφθηκαν από τον προϋπολογισμό.
  • Κατά τη σύγκρουση υπήρξαν παράπλευρα θύματα.