παλιόφιλος
ουσιαστικό1. Φίλος με τον οποίο υπάρχει μακρά ή παλιά γνωριμία, συχνά με ισχυρούς προσωπικούς ή συναισθηματικούς δεσμούς.
2. Οικείο ή χαριεντικό προσφώνημα για φίλο παλαιάς γνωριμίας, που δηλώνει εξοικείωση και διάρκεια σχέσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παλιόφιλος μου ήρθε απροσδόκητα χτες το απόγευμα.
- Μίλησα με τον παλιόφιλο από το σχολείο και θυμηθήκαμε παλιές ιστορίες.
- Έλα, παλιόφιλε, πες μας πώς τα πας!
- Οι παλιόφιλοι συναντήθηκαν στο καφενείο μετά από χρόνια.
- Τον πίστεψα ως παλιόφιλο, αλλά τελικά με πρόδωσε.