παιδεία
ουσιαστικό1. Σύνολο γνώσεων, δεξιοτήτων και πνευματικών επιρροών που αποκτά ένα άτομο μέσω διδασκαλίας, μελέτης και εμπειριών.
Συνώνυμα
μόρφωση αγωγή εκπαίδευση παιδαγωγία ανατροφή καλλιέργεια κουλτούρα μορφωτικότητα πολιτισμός διδασκαλία γνώση μαθητεία εκμάθηση επιμόρφωση σοφία πνευματικότητα ήθος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παιδεία στη χώρα χρειάζεται επενδύσεις και σύγχρονες μεθόδους.
- Η παιδεία που πήρε από την οικογένειά της φαίνεται στον τρόπο που συμπεριφέρεται.
- Η κλασική παιδεία περιλαμβάνει ανάγνωση φιλοσοφίας και αρχαίας γραμματείας.
- Για τη θέση απαιτείται επαγγελματική παιδεία και αποδεδειγμένη εμπειρία.
- Στην καθημερινή ζωή, η παιδεία εκδηλώνεται με σεβασμό και ευγένεια.