ουτοπικός
επίθετο1. Που αναφέρεται σε ιδεατή ή φανταστική κοινωνία, τάξη ή κατάσταση που παρουσιάζεται ως τέλεια ή ιδανική, συνήθως εκτός πραγματικότητας.
Συνώνυμα
ανεδαφικος ανεφικτος απιαστος ανεφαρμοστος ιδεαλιστικος οραματικος απραγματοποιητος ιδεωδης φαντασιοπληκτος ιδεαλικος εξωπραγματικός ονειρικός φανταστικος ονειρικος ρομαντικος αφελης παραμυθενιος παραλογιστικος ανέφικτος
Αντώνυμα
ρεαλιστικος πρακτικος εφικτος πραγματοποιησιμος εφαρμοσιμος πραγματικος πραγματιστκος ρεαλιστικός προσγειωμενος ορθολογικος συνετος πρακτικός προσγειωμένος πρακτική
Παραδείγματα χρήσης
- Ο στόχος που πρότεινε ο καθηγητής ήταν ουτοπικός και ανέφικτος.
- Ο κόσμος που οραματίστηκε ο ποιητής ήταν ουτοπικός, γεμάτος ειρήνη και ισότητα.
- Ο οραματιστής ήταν ουτοπικός στις ιδέες του, αλλά γοήτευσε πολλούς συμπολίτες.
- Ο χαρακτήρας του μυθιστορήματος ήταν ουτοπικός, σύμβολο ελπίδας για το μέλλον.
- Ο σχεδιασμός της πόλης κρίθηκε ουτοπικός από τους μηχανικούς λόγω του υπερβολικού κόστους.