ορθά

επίρρημα

1. Με τρόπο που συμφωνεί με την αλήθεια, το δίκαιο ή τους κανόνες, χωρίς παρέκκλιση ή σφάλμα.

2. Με όρθια ή κατακόρυφη διάταξη ή θέση, σε κατάσταση που βρίσκεται ή διατηρείται όρθιο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δάσκαλος είπε ότι απάντησες ορθά.
  • Τα εργαλεία τοποθετήθηκαν ορθά στο συρτάρι, σύμφωνα με τις οδηγίες.
  • Είναι ορθά όσα λες για την εξέλιξη του έργου;
  • Η σημαία έμεινε ορθά στον ιστό παρά τον δυνατό άνεμο.
  • Πρέπει να κάνουμε τα βήματα ορθά, αλλιώς το πείραμα θα αποτύχει.