οπωσδήποτε
επίρρημα1. Με βεβαιότητα ή αναγκαιότητα, χωρίς εξαίρεση ή αμφιβολία.
2. Χρησιμοποιείται για να τονίσει ότι κάτι πρέπει ή θα γίνει οπωσδήποτε, ανεξάρτητα από τις συνθήκες.
Συνώνυμα
σίγουρα βεβαίως βέβαια απολύτως απαραίτητα υποχρεωτικά αναγκαστικά αναγκαίως αναπόφευκτα βεβαιότατα αναμφίβολα αδιαμφισβήτητα φυσικά ασφαλώς σαφώς αναμφισβήτητα μάλιστα σαφέστατα υποχρεωτικώς αναγκαιότατα αναγκαστικώς αναντίρρητα αυτονόητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να έρθεις οπωσδήποτε αύριο.
- Θες να πάμε σινεμά; — Ναι, οπωσδήποτε.
- Αν δεν βρούμε εισιτήρια τώρα, θα το κλείσουμε οπωσδήποτε για την επόμενη εβδομάδα.
- Μην το ξεχάσεις οπωσδήποτε — είναι πολύ σημαντικό.
- Θέλω να το δοκιμάσω, οπωσδήποτε θα το κάνω.