ομοιόμορφος

επίθετο

1. Που έχει ίδιες ή σταθερές ιδιότητες, χαρακτηριστικά ή εμφάνιση σε όλα τα μέρη του ή ανάμεσα στα στοιχεία του.

2. Που κατανέμεται ή συμβαίνει με ίσο και συνεχές τρόπο σε όλη την έκταση ή μεταξύ των μερών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ανομοιογενής ανομοιόμορφος ανόμοιος ετερογενής ποικίλος ποικιλόμορφος ακανόνιστος διάφορος διαφορετικός ασύμμετρος ανισομερής ιδιαίτερος

Παραδείγματα χρήσης

  • Το χρώμα του τοίχου είναι ομοιόμορφος σε όλη την επιφάνεια.
  • Χρειαζόμαστε μια ομοιόμορφος κατανομή των πόρων σε όλα τα τμήματα.
  • Η ομάδα ακολούθησε μια ομοιόμορφος πολιτική για όλους τους εργαζομένους.
  • Το ύφασμα έχει ομοιόμορφος υφή και δεν παρουσιάζει διαφορές.
  • Στον χάρτη, η περιοχή φαίνεται ομοιόμορφος ως προς το ανάγλυφο.