ομαδοποιώ
ρήμα1. Τοποθετώ στοιχεία, αντικείμενα ή πρόσωπα σε ομάδες βάσει κοινών χαρακτηριστικών, κριτηρίων ή σκοπού, ώστε να διευκολυνθεί η οργάνωση ή η διαχείρισή τους.
Συνώνυμα
κατηγοριοποιώ ταξινομώ κατατάσσω οργανώνω τακτοποιώ ενώνω συνενώνω σχηματίζω συσπειρώνω κατανέμω συγκεντρώνω συστοιχίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ομαδοποιώ τα αρχεία στον υπολογιστή με βάση το έτος και το έργο.
- Σε μία ανάλυση δεδομένων ομαδοποιώ τις μετρήσεις ανά κατηγορία για να βγάλω συμπεράσματα.
- Στην ηλεκτρονική μου αλληλογραφία ομαδοποιώ τα μηνύματα ανά αποστολέα για ευκολότερη διαχείριση.
- Στην τάξη ομαδοποιώ τους μαθητές ανά επίπεδο γνώσης για στοχευμένη διδασκαλία.
- Στο σχεδιαστικό πρότζεκτ ομαδοποιώ τα σχετικά στοιχεία διεπαφής για πιο καθαρή οπτική ιεραρχία.