οδηγάω

ρήμα

1. Θέτω όχημα ή άλλο μέσο σε κίνηση και κατευθύνω την πορεία του προς συγκεκριμένο προορισμό.

2. Υποδεικνύω σε πρόσωπα ή ομάδες ποια διαδρομή ή ενέργειες να ακολουθήσουν ή αναλαμβάνω τη λήψη αποφάσεων που καθορίζουν τη δράση τους.

Συνώνυμα

οδηγώ καθοδηγώ κατευθύνω τιμονεύω τιμονάρω χειρίζω πιλοτάρω πλοηγώ διευθύνω ηγούμαι προπορεύω προηγώ συνοδεύω προσανατολίζω πρωτοστατώ υποδεικνύω προΐσταμαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί οδηγάω το αυτοκίνητό μου στη δουλειά.
  • Αργά το απόγευμα οδηγάω το μηχάνημα στο εργοστάσιο με προσοχή.
  • Στις πεζοπορίες οδηγάω την ομάδα μέσα στο βουνό.
  • Με το παράδειγμά μου οδηγάω τα παιδιά σε σωστές συνήθειες.
  • Στις συζητήσεις οδηγάω τη συνομιλία προς πρακτικές λύσεις.
  • Συχνά οδηγάω την ομάδα μας προς καινούριες ιδέες.