ξένη

επίθετο

1. Που προέρχεται από άλλη χώρα ή τόπο και δεν ανήκει στους ντόπιους.

2. Που είναι άγνωστη ή μη οικεία σε κάποιον και προκαλεί αίσθηση ανοικειότητας.

3. Που σχετίζεται με άλλο πολιτισμικό, γλωσσικό ή κοινωνικό πλαίσιο εκτός του οικείου.

Συνώνυμα

αλλοδαπή αλλότρια αλλογενής άγνωστη εισαγόμενη νεοφερμένη παρείσακτη επισκέπτης περίεργη παράξενη τουρίστρια μετανάστρια περαστική εξωτική

Αντώνυμα

ντόπια εγχώρια γηγενής τοπική κολλητή ξαδέρφη εθνική οικεία γνωστή συντρόφισσα εαυτός φίλη φιλενάδα συνηθισμένη

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ξένη δεν ήξερε τη γλώσσα και ζήτησε βοήθεια.
  • Μαθαίνει ξένη γλώσσα στο πανεπιστήμιο.
  • Ταξίδεψε σε μια ξένη χώρα για δουλειά.
  • Στην ξένη πόλη ένιωθε λίγο χαμένη.
  • Αυτή η λύση μου φάνηκε ξένη και δύσκολη να την αποδεχτώ.