νοσταλγώ

ρήμα

Νιώθω έντονη συναισθηματική επιθυμία και μελαγχολική ανάμνηση για πρόσωπα, τόπους, καταστάσεις ή περιόδους του παρελθόντος, με την επιθυμία να τα ξαναζήσω ή να επανέλθω σε αυτά.

Συνώνυμα

αναπολώ πεθύω λαχταρώ ποθώ επιθυμώ αποζητώ λείπω ορέγομαι επιποθώ καψουρεύομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Όταν ακούω παλιές μελωδίες, νοσταλγώ τα παιδικά μου χρόνια.
  • Συχνά νοσταλγώ το χωριό μου και τους ανθρώπους που μεγάλωσα μαζί τους.
  • Η γιαγιά μου νοσταλγεί τα καλοκαίρια που περνούσε στο νησί.
  • Μετά τη μετακόμιση, όλοι στο σπίτι νοσταλγούμε τις παλιές μας συνήθειες.
  • Κάθε φορά που βλέπει παλιές φωτογραφίες, νοσταλγεί τις στιγμές εκείνες.