νομός

ουσιαστικό

1. Διοικητική και γεωγραφική ενότητα του κράτους ή της περιφέρειας, με καθορισμένα όρια και αρμοδιότητες για τη διοίκηση και την παροχή δημόσιων υπηρεσιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο παλιός νομός της Αττικής καταργήθηκε με τη διοικητική μεταρρύθμιση.
  • Ζούσε σε έναν ορεινό νομό της βόρειας Ελλάδας.
  • Ο νομός είχε πολλές μικρές κοινότητες και αγροτικές περιοχές.
  • Οι κάτοικοι του νομού συμμετείχαν στις τοπικές εκλογές.
  • Πολλοί γνωρίζουν τον νομό μόνο από τα διοικητικά του όρια.