νοιάζομαι
ρήμα1. Εκδηλώνω συναισθηματική συμμετοχή και μέριμνα για την κατάσταση ή την ευημερία κάποιου, παρακολουθώντας, δείχνοντας προσοχή και ενεργώντας ανάλογα.
Συνώνυμα
ενδιαφέρομαι φροντίζω ασχολούμαι μεριμνώ προνοώ ανησυχώ προσέχω καίγομαι πρόσεχω στενοχωριέμαι πειράζομαι συμπάσχω συγκινούμαι κόφτω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ νοιάζομαι για την υγεία των φίλων μου.
- Σε νοιάζομαι και γι' αυτό σε ρωτάω κάθε μέρα.
- Δεν νοιάζομαι για το τι θα πουν οι άλλοι.
- Πραγματικά νοιάζομαι μήπως χάσουμε αυτή την ευκαιρία.
- Μπορείς να είσαι ήσυχος — νοιάζομαι για σένα.