νοίκι
ουσιαστικό1. Ποσό χρημάτων που καταβάλλεται περιοδικά για την ενοικίαση κατοικίας, διαμερίσματος, δωματίου ή άλλου χώρου.
2. Χώρος ή κατοικία που νοικιάζεται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πληρώνω το νοίκι κάθε μήνα.
- Βρήκαμε ένα καλό νοίκι κοντά στη δουλειά.
- Το νοίκι για το διαμέρισμα είναι πολύ υψηλό φέτος.
- Έβαλε το σπίτι για νοίκι μόλις τελείωσε τις ανακαινίσεις.
- Δεν πρόλαβα να πληρώσω το νοίκι αυτόν τον μήνα.