νέα
επίθετο1. Που έχει προκύψει ή εμφανιστεί πρόσφατα σε σχέση με το παρελθόν ή με προηγούμενες εκδόσεις.
2. Που δεν έχει προηγούμενη χρήση ή φθορά.
3. Που χαρακτηρίζει άτομο ή οργανισμό σε πρώιμο στάδιο ζωής ή ανάπτυξης.
Συνώνυμα
καινούργια καινούρια είδηση χαμπάρι δελτίο νεαρή φρέσκια πρόσφατη σύγχρονη ανανεωμένη πρωτότυπη ενημέρωση πρωτοποριακή καινοτόμος καινοφανής ρεπορτάζ ανακοίνωση
Αντώνυμα
παλιά παλαιά μεταχειρισμένη χρησιμοποιημένη γριά ηλικιωμένη φθαρμένη ξεπερασμένη παρωχημένη παλιομοδίτικη
Παραδείγματα χρήσης
- Η νέα τσάντα μου είναι κόκκινη.
- Διάβασα τα νέα στην εφημερίδα.
- Τα νέα παιδιά έπαιζαν στο πάρκο.
- Έχω μία νέα ιδέα για το πρόγραμμα.
- Τα νέα μέτρα θα εφαρμοστούν από αύριο.