μύτη

ουσιαστικό

1. Εξωτερικό όργανο του προσώπου των ανθρώπων και πολλών ζώων, που περιλαμβάνει τη ρινική κοιλότητα και εξυπηρετεί την αναπνοή και την όσφρηση, καθώς και τη φιλτράρισή, θέρμανση ή υγρασία του εισπνεόμενου αέρα.

Συνώνυμα

ρίς μυτούλα πλώρη ρύγχος ράμφος άκρη μούρη μουτρά κορυφή απόληξη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μύτη μου τρέχει.
  • Η μύτη του σκύλου είναι βρεγμένη.
  • Η μύτη του μολυβιού έσπασε.
  • Έχει πολύ καλή μύτη για τα αρώματα.
  • Μου ήρθε στη μύτη ότι κάτι δεν πάει καλά.
  • Το καπέλο του κάλυψε τη μύτη.