μυστικό

ουσιαστικό

1. Κάτι που κρατείται κρυφό από άλλους, πληροφορία, γνώση ή δεδομένο που δεν αποκαλύπτεται και διατηρείται με περιορισμένη πρόσβαση.

Συνώνυμα

απόρρητο κλειδί κρυφό κρυμμένο μυστικός εμπιστευτικό κωδικός μυστηριώδες μυστήριο απόκρυφο συνωμοτικό υπόγειο παρασκηνιακό κεκαλυμμένο σκοτεινό κρυπτικός αίνιγμα συνταγή εχεμύθεια ιδιωτικό

Αντώνυμα

δημόσιο ανοιχτό φανερό εμφανές διαφανές αποκαλυμμένο αγγελία γνωστό δημοσιοποιημένο δημοσιευμένο αναγγελία ανακοίνωση δημοσίευμα είδηση αφίσα διακήρυξη ντοκουμέντο εξαγγελία

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μυστικό του φίλου μου είναι ασφαλές μαζί μου.
  • Το κράτησε μυστικό για χρόνια.
  • Η συνταγή είναι το μυστικό της γιαγιάς.
  • Κρύφτηκαν σε ένα μυστικό μέρος του δάσους.
  • Τα μυστικά της εταιρείας διέρρευσαν στα μέσα.