μπράβος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που προσλαμβάνεται ή ενεργεί για να εκφοβίζει, να απειλεί ή να ασκεί βία προκειμένου να επιβάλει αποφάσεις, να προστατεύει παράνομες δραστηριότητες ή να εξαναγκάζει άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μπράβος της πόλης έκανε παράνομες δουλειές πίσω από την επιχείρηση.
  • Ο μπράβος στην είσοδο του μαγαζιού μας ζήτησε ταυτότητα.
  • Ο μπράβος του πολιτικού στεκόταν διακριτικά δίπλα στο βήμα.
  • Ακούστηκε από το κοινό ένα ενθουσιώδες «μπράβος!» όταν ολοκληρώθηκε η παράσταση.
  • Στην παλιά ταινία ο μπράβος εμφανιζόταν πάντα ως ο «σκληρός» του κυκλώματος.