μούτρα
ουσιαστικό1. Το πρόσωπο ενός ανθρώπου, ως ορατό και εκφραστικό τμήμα του κεφαλιού.
2. Το μπροστινό τμήμα του κεφαλιού ζώου, περιλαμβάνοντας ρύγχος, μουσούδα και στόμα.
3. Η όψη ή η έκφραση του προσώπου που δείχνει δυσαρέσκεια ή κατσούφικο ύφος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μούτρα του παιδιού ήταν γεμάτη σοκολάτα.
- Ο σκύλος έθαψε τη μούτρα του στην άμμο.
- Μην κάνεις μούτρα, μίλησέ μου αν σε πείραξε κάτι.
- Έχει μούτρα να ζητάει λεφτά μετά από ό,τι έκανε.
- Μπήκε με θλιμμένη μούτρα στο δωμάτιο και δεν μίλησε σε κανέναν.