μοχθηρία

ουσιαστικό

Κατάσταση ή ποιότητα που χαρακτηρίζεται από κακόβουλη, άδικη ή σκληρή διάθεση και συμπεριφορά.

Συνώνυμα

κακία κακοσύνη σκληρότητα φαυλότητα πονηρία κακοβουλία κακότητα μνησικακία πονηριά εγκληματικότητα αγριότητα βδελυρότητα έχθρα πανουργία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μοχθηρία του φαινόταν στο βλέμμα και στο χαμόγελό του.
  • Δεν μπόρεσε να κρύψει τη μοχθηρία με την οποία αντιμετώπιζε τους άλλους.
  • Η μοχθηρία των λόγων του πλήγωσε βαθιά την ομάδα.
  • Πίσω από την ευγένειά του κρυβόταν μια αδιόρατη μοχθηρία.
  • Η ταινία παρουσιάζει έναν χαρακτήρα που ενεργεί με απροκάλυπτη μοχθηρία.