μνημόσυνο
ουσιαστικό1. Τελετή ή λειτουργική δέηση που τελείται εις μνήμην και υπέρ αναπαύσεως της ψυχής κάποιου αποθανόντος, συνήθως σε επετείους του θανάτου ή μετά την κηδεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μνημόσυνο θα γίνει στο παρεκκλήσι την Κυριακή.
- Πήγαμε στο μνημόσυνο για να τιμήσουμε τη μνήμη του.
- Καθιερώσαμε ένα ετήσιο μνημόσυνο για τα θύματα της καταστροφής.
- Ο δήμος οργάνωσε μνημόσυνο για τους πεσόντες της πόλης.
- Η οικογένεια συγκεντρώνεται κάθε χρόνο στο τάφο για το μνημόσυνο.