μέλλον

ουσιαστικό

1. Χρόνος που βρίσκεται μετά το παρόν και περιλαμβάνει τα γεγονότα και τις καταστάσεις που δεν έχουν ακόμη συμβεί.

2. Το σύνολο των πιθανών εξελίξεων, προοπτικών και αποτελεσμάτων που αφορούν ένα πρόσωπο, ένα σύνολο ή γενικότερα τον κόσμο στο μέλλον.

Συνώνυμα

μελλούμενο αύριο επόμενο επερχόμενο προσεχές επικείμενο ορίζοντας προοπτική ενδεχόμενο πρόβλεψη όραμα πεπρωμένο μοίρα

Αντώνυμα

παρελθόν παρόν ιστορία χθες πρότερον άλλοτε προηγούμενο παλαιό

Παραδείγματα χρήσης

  • Σκέφτομαι πολύ το μέλλον πριν πάρω αυτή την απόφαση.
  • Οι επιστήμονες ανησυχούν για το μέλλον του πλανήτη.
  • Σπούδασα για να εξασφαλίσω ένα καλύτερο μέλλον.
  • Στο μέλλον, ίσως να ταξιδεύουμε στο διάστημα πιο συχνά.
  • Η εταιρεία σχεδιάζει τις επενδύσεις της με γνώμονα το μέλλον.