μάνα
ουσιαστικό1. Γυναίκα που έχει γεννήσει ή αναθρέψει ένα ή περισσότερα παιδιά και φροντίζει για την ανατροφή, την προστασία και την συναισθηματική υποστήριξή τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μάνα έφτιαξε σπιτικό φαγητό για τα παιδιά.
- Η μικρή φώναξε «μάνα, βοήθησέ με!»
- Έλα εδώ, μάνα, να σου δείξω κάτι.
- Η μάνα πατρίδα αξίζει την αγάπη και το σεβασμό μας.
- Στον αγώνα θυμήθηκε τη μάνα του και δάκρυσε.