μάγια

ουσιαστικό

1. Σύνολο υπερφυσικών δυνάμεων, πρακτικών ή τελετουργιών που αποδίδονται σε μάγους και χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν ή να επηρεάσουν γεγονότα με τρόπο που υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους.

Συνώνυμα

μαγεία ξόρκια ξόρκι γοητεία φίλτρα μαγγανεία κατάρα γρουσουζιά θαύμα θαυματουργία μυστικισμός τέχνασμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πίστευαν ότι του είχαν κάνει μάγια.
  • Η παράσταση είχε τέτοια μάγια που μάς μάγεψε όλους.
  • Μερικοί ισχυρίζονται ότι οι σαμάνοι μπορούν να κάνουν μάγια με τελετές και λόγια.
  • Οι Μάγια έχτισαν εντυπωσιακά αστρονομικά μνημεία.