λιμένας
άλλοΧερσαίος χώρος, φυσικός ή τεχνητός, δίπλα στη θάλασσα, σε λίμνη ή σε ποτάμι, που είναι κατάλληλος για την πρόσδεση, την αποβίβαση και την επιβίβαση πλοίων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λιμένας του νησιού ήταν γεμάτος αλιευτικά και επιβατικά πλοία.
- Ο λιμένας της πόλης εξυπηρετεί διεθνές εμπόριο και μεταφορές.
- Ο λιμένας έκλεισε προσωρινά λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής.
- Ο λιμένας ορίζεται από το υπουργείο ως ζώνη με ειδικές ρυθμίσεις ασφαλείας.
- Για πολλούς κατοίκους, ο λιμένας ήταν τόπος μνήμης και συνάντησης.