λεπτομέρεια
ουσιαστικό1. Μικρό ή μεμονωμένο στοιχείο ενός συνόλου που συνεισφέρει στη συνολική εικόνα, στην κατασκευή ή στη λειτουργία αυτού.
2. Συγκεκριμένη πληροφορία ή σημείο που διευκρινίζει, συμπληρώνει ή ξεχωρίζει μια περιγραφή, μια εξήγηση ή ένα αντικείμενο.
Συνώνυμα
μικρολεπτομέρεια στοιχείο διευκρίνιση πληροφορία ιδιαιτερότητα σημείο ακρίβεια χαρακτηριστικό συνιστώσα παρατήρηση απόχρωση ψιλά ψιλοπράγματα ευκρίνεια λεπτότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τους ενδιέφερε κάθε λεπτομέρεια της υπόθεσης.
- Η λεπτομέρεια στο κόσμημα ήταν απαράμιλλη.
- Πρόσεξε την λεπτομέρεια στο σχέδιο πριν το στείλεις.
- Δεν έχει μεγάλη σημασία αυτή η λεπτομέρεια, ασχολήσου με το γενικό σχέδιο.
- Για να γίνει σωστά η εργασία, πρέπει να εργαστείς με λεπτομέρεια.