κυριότητα

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση ή το νομικό δικαίωμα ενός προσώπου να κατέχει, να χρησιμοποιεί, να αποκομίζει ωφέλη από και να διαθέτει ένα πράγμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κυριότητα του σπιτιού μεταβιβάστηκε στον γιο με συμβόλαιο.
  • Ο αγοραστής απέκτησε την κυριότητα του αυτοκινήτου μετά την καταχώρηση στο Κτηματολόγιο.
  • Το κράτος ασκεί την κυριότητα επί των δημόσιων εκτάσεων.
  • Η κυριότητα ενός έργου τέχνης δεν συνεπάγεται απαραίτητα και τα πνευματικά δικαιώματα.
  • Στο συμβόλαιο πρέπει να αναφέρεται ρητά ποιος διατηρεί την κυριότητα και ποιος την κατοχή.