κρατικός
επίθετο1. Που ανήκει στο κράτος ή σχετίζεται με αυτό, όπως φορείς, ιδιοκτησίες, υπηρεσίες και πόροι.
2. Που αφορά την άσκηση της κρατικής εξουσίας ή τη θέσπιση και εφαρμογή νόμων, πολιτικών και μέτρων.
3. Που προέρχεται από ή χρηματοδοτείται από το κράτος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κρατικός υπάλληλος εξυπηρέτησε τους πολίτες στο γραφείο.
- Η κρατική τηλεόραση μετέδωσε ζωντανά τη συνέντευξη.
- Το κρατικό νοσοκομείο ανταποκρίθηκε άμεσα στην έκτακτη ανάγκη.
- Οι κρατικές επιδοτήσεις στηρίζουν την αγροτική παραγωγή.
- Οι κρατικοί πόροι κατανέμονται μέσω του προϋπολογισμού.