κουτούκι
άλλο1. Μικρό λαϊκό μαγαζί, συνήθως με φαγητό, ποτό και απλή, ανεπίσημη ατμόσφαιρα.
2. Χώρος ή στέκι όπου μαζεύονται άνθρωποι σε οικείο και χαλαρό περιβάλλον.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κουτούκι της γειτονιάς σερβίρει σπιτικό φαγητό.
- Πήγαμε χθες το βράδυ σε ένα μικρό κουτούκι στην άκρη του χωριού.
- Μερικοί το αποκαλούν κουτούκι όταν θέλουν να πουν πως ένα μέρος είναι πρόχειρο ή βρώμικο.
- Τα κουτούκια του νησιού έχουν χαρακτήρα και κάθε μαγαζί έχει τη δική του ιστορία.
- Συχνάζει σε ένα μικρό κουτούκι όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους.