κουρέλι
ουσιαστικό1. Μικρό κομμάτι ύφασματος, συνήθως φθαρμένο ή βρώμικο, που χρησιμοποιείται για καθαρισμό ή ως πρόχειρο κάλυμμα.
2. Ρούχο ή ύφασμα σε κακή κατάσταση, φθαρμένο, σχισμένο ή απαξιωμένο λόγω χρήσης ή φθοράς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δυνατός γερός υγιής ξεκούραστος καινούργιος άθικτος γούνα περιποιημένος κομψός πολυτελής ρούχο ένδυμα κόσμημα αψεγάδιαστος στολίδι σκήπτρο
Παραδείγματα χρήσης
- Έβγαλε από το συρτάρι ένα κουρέλι για να σκουπίσει το τραπέζι.
- Φορούσε ένα κουρέλι αντί για παλτό στο κρύο.
- Η κριτική με έκανε κουρέλι.
- Τον προσέβαλε και τον αποκάλεσε κουρέλι.
- Στο τελευταίο ματς τον έκαναν κουρέλι.